χουζουρεύω

χουζουρεύω
αμετ.
1) отдыхать; нежиться; 2) бездействовать; 3) бездельничать, лодырничать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "χουζουρεύω" в других словарях:

  • χουζουρεύω — χουζουρεύω, χουζούρεψα βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • χουζουρευω — Ν [χουζούρι] αναπαύομαι, τεμπελιάζω, ιδίως στο κρεβάτι …   Dictionary of Greek

  • χουζουρεύω — χουζούρεψα, αναπαύομαι, τεμπελιάζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χουζούρεμα — το, Ν [χουζουρεύω] χουζούρι …   Dictionary of Greek

  • ραχατεύω — ραχάτεψα, αναπαύομαι, χουζουρεύω: Λίγοδούλευε και πολύ ραχάτευε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»